Επιδράσεις του χρωμίου στην υγεία Αντώνιο
Περίληψη
Βιοχημικές
λειτουργίες Το χρώμιο είναι
απαραίτητο ιχνοστοιχείο για τον άνθρωπο.
Η κύρια λειτουργία του είναι ότι
ενδυναμώνει τη δράση της ινσουλίνης και ως εκ τούτου επιδρά
στο μεταβολισμό των υδατανθράκων, των λιπιδίων και των
πρωτεϊνών. Στη φύση το χρώμιο βρίσκεται κατά κύριο λόγο ως τρισθενές
χρώμιο ή Cr(III). Το εξασθενές
χρώμιο ή Cr(VI) προέρχεται
σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις ανθρώπινες δραστηριότητες (WHO
1996) Οι Mertz et al (1974) έχουν διατυπώσει την άποψη ότι η
βιολογική μορφή του χρωμίου (παράγοντας ανοχής γλυκόζης glucose tolerance factor ή GTF) είναι ένα σύμπλοκο χρωμίου και νικοτινικού οξέος στο οποίο πιθανόν συμμετέχουν
τα αμινοξέα γλυκίνη, κυστεΐνη και
γλουταμινικό οξύ. Έγιναν πολλές
προσπάθειες απομόνωσης ή σύνθεσης GTF, όλες ανεπιτυχείς (WHO
1996). Οι Sun et al (2000), μετά μακρόχρονη
έρευνα των μηχανισμών δράσης του χρωμίου σε κυτταρικό επίπεδο, περιέγραψαν
μιαν ουσία την οποία ονόμασαν αποχρωμοντουλίνη (apochromoduline ή Apo-Low-Molecular-Weight-Chromium binding Substance). Πρόκειται για
ένα ολιγοπεπτίδιο που παίζει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της δράσης της
ινσουλίνης σε κύτταρα ευαίσθητα στην ινσουλίνη (Εικόνα
1).
Εικόνα 1. 1a: Κύτταρο ευαίσθητο στην ινσουλίνη, 1b: Μερική
ενεργοποίηση του υποδοχέα ινσουλίνης και του
καναλιού ιόντων χρωμίου, 1c: Η
αποχρωμοντουλίνη φορτίζεται με το χρώμιο που εισέρχεται
μέσα στο κύτταρο και μετατρέπεται σε ολοχρωμοντουλίνη, 1d: Πλήρης ενεργοποίηση του υποδοχέα ινσουλίνης. (Οι
εικόνες έχουν ληφθεί από την εργασία
των Kleeftra et al 2004) Η
αποχρωμοντουλίνη μπορεί να συνδεθεί με τέσσερα ιόντα χρωμίου όταν ενεργοποιηθεί ο υποδοχέας
ινσουλίνης. Αυτό γίνεται γιατί το
χρώμιο από τον εξωκυττάριο χώρο εισέρχεται στον
ενδοκυττάριο. Ενδοκυτταρίως η
αποχρωμοντουλίνη φορτίζεται με τέσσερα το πολύ ιόντα
χρωμίου. Αυτή η «φορτισμένη» αποχρωμοντουλίνη
ονομάζεται ολοχρωμοντουλίνη (Εικόνα 1c). Η
ολοχρωμοντουλίνη συνδέεται με τον υποδοχέα ινσουλίνης και ενισχύει την
ενεργοποίηση του υποδοχέα. Εφόσον
δεν διατίθεται επαρκής ποσότητα χρωμίου η ενεργοποίηση είναι
ασθενέστερη. Αυτή είναι μια πιθανή εξήγηση της
αντίστασης στην ινσουλίνη που παρατηρείται σε περιπτώσεις έλλειψης χρωμίου (Kleeftra et al 2004). Πειράματα που
έγιναν σε λιποκύτταρα επιμύων έδειξαν πως η ενεργοποίηση των υποδοχέων
ινσουλίνης (ενεργοποίηση κινάσης της τυροσίνης) ήταν οκτώ
φορές ισχυρότερη όταν υπήρχε επαρκές χρώμιο ενόσω η
συγκέντρωση ινσουλίνης παρέμενε σταθερή (Davis και
Vincent 1997).
Έλλειψη και τοξικότητα Η έλλειψη
χρωμίου σε επίμυες προκαλεί δυσανοχή στη γλυκόζη
παρόμοια με κλινικό σακχαρώδη διαβήτη. ’λλα
συμπτώματα έλλειψης χρωμίου σε πειραματόζωα είναι καθυστέρηση στην ανάπτυξη,
αυξημένα επίπεδα χοληστερίνης, αυξημένη συχνότητα δημιουργίας αθηρωματικών πλακών
στην αορτή, βλάβες στον κερατοειδή χιτώνα, ελαττωμένος αριθμός
σπερματοζωαρίων και μειωμένη γονιμότητα (WHO 1996). Μια γυναίκα
που έλαβε
ολική παρεντερική διατροφή επί 5 μήνες εμφάνισε σοβαρή
διαταραχή του μεταβολισμού της
γλυκόζης, απώλεια βάρους και συγχυτική κατάσταση που έμοιαζε
με εγκεφαλοπάθεια. Όλες αυτές οι
εκδηλώσεις υποχώρησαν με συμπληρωματική χορήγηση χρωμίου
(WHO 1996). Εξ άλλου οι Brown et al (1986) ανέφεραν ότι
η χορήγηση χρωμίου οδήγησε σε υποχώρηση ανεξήγητη υπεργλυκαιμία και
γλυκοζουρία σε ασθενείς που έλαβαν ολική παρεντερική
διατροφή επί μήνες. Το Cr(III) έχει μικρή
τοξικότητα, έτσι δύσκολα παρατηρούνται επιβλαβείς επιδράσεις από αυξημένη πρόσληψη του μετάλλου
(WHO 1996) Αντίθετα το
εξασθενές χρώμιο ή Cr(VI) είναι
ιδιαίτερα τοξικό. Χορήγηση ποσότητας 50 μg/g με την τροφή σε
πειραματόζωα προκάλεσε αναστολή της ανάπτυξης μαζί με ηπατική
και νεφρική βλάβη (WHO 1996). Οι οδοί εισόδου του χρωμίου στο ανθρώπινο σώμα
είναι η εισπνοή, η κατάποση και η δερματική απορρόφηση. Η επαγγελματική έκθεση συμβαίνει γενικά με
την
εισπνοή
και τη
δερματική
επαφή, ενώ ο γενικός πληθυσμός εκτίθεται συχνότερα μετά από κατάποση λόγω αυξημένης περιεκτικότητας
σε χρώμιο στο έδαφος, τα τρόφιμα και το νερό (ATSDR
2008). Το Cr(VI) εισέρχεται σε πολλούς τύπους κυττάρων του ανθρώπου και υπό
φυσιολογικές συνθήκες μπορεί να αναχθεί με υπεροξείδιο του υδρογόνου (H2O2), αναγωγάση της γλουταθειόνης,
ασκορβικό οξύ και γλουταθειόνη (GSH) με αποτέλεσμα την παραγωγή
δραστικών ενδιάμεσων προϊόντων, όπως Cr(V), Cr(IV), θειυλιδικών ριζών, ριζών υδροξυλίου
και, τελικά, Cr(III). Οποιαδήποτε
από αυτές τις ενδιάμεσες παράγωγες ουσίες μπορεί να
προσβάλει το DNA, τις πρωτεΐνες και τα λιπίδια της μεμβράνης και να
καταστρέψει την ακεραιότητα και τις
λειτουργίες του κυττάρου (De Mattia et al 2004). Με τους
παραπάνω αδρούς μηχανισμούς το
εξασθενές χρώμιο προκαλεί πολλά και σοβαρά νοσήματα στον άνθρωπο: άσθμα, χρόνια
ρινίτιδα, εξελκώσεις στο ρινικό βλεννογόνο, δερματίτιδα,
ηπατικές,
νεφρικές και γαστρεντερικές βλάβες (ATSDR
2008).
Καρκινογόνος
δράση Η
σημαντικότερη βλαπτική δράση του χρωμίου στον άνθρωπο
είναι η τεκμηριωμένη καρκινογόνος δράση του (ATSDR 2008). Ειδικότερα η επαγγελματική
έκθεση σε ενώσεις Cr(VI) σε αρκετές βιομηχανίες έχει συνδεθεί με αυξημένο
κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του
αναπνευστικού συστήματος (ATSDR 2008). Η πρώτη επιδημιολογική μελέτη των εργαζομένων στην παραγωγή
χρωμικών αλάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες που έδειξε συσχέτιση με τον
καρκίνο του πνεύμονα διεξήχθη σε 1.445 εργαζόμενους σε επτά εργοστάσια που
ασχολούνταν με την εκχύλιση χρωμάτων από μεταλλεύματα από το 1930 έως το
1947. Το
ποσοστό θανάτων λόγω καρκίνου του αναπνευστικού συστήματος ήταν 21,8%. Το
αναμενόμενο ποσοστό ήταν 1,4% (Machle και Gregorius 1948). Έκτοτε διεξήχθησαν πολυάριθμες
μελέτες σε εργαζόμενους σε βιομηχανίες χρωμίου και
σιδηροχρωμίου που έδειξαν στατιστικά σημαντική συσχέτιση της έκθεσης των
εργαζομένων σε Cr(VI) με τη νόσηση από καρκίνο του
πνεύμονα (ATSDR 2008). Εκτός από τον
καρκίνο του πνεύμονα, αρκετές επιδημιολογικές μελέτες σε εργαζομένους σε
βιομηχανίες χρωμικών ενώσεων διαπίστωσαν επίσης
σημαντικά αυξημένο κίνδυνο για καρκίνους του ρινοφάρυγγα και των παραρρινίων κόλπων (ATSDR 2008). Με βάση αυτές
και άλλες μελέτες, η Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Προστασίας των ΗΠΑ (U.S.
Environmental Protection Agency - EPA) και η Διεθνής Υπηρεσία Έρευνας για τον
Καρκίνο (International Agency for Research on Cancer - IARC) συμπεριέλαβαν
το εξασθενές χρώμιο στους γνωστούς καρκινογόνους
παράγοντες για τον άνθρωπο (IARC 1990, EPA 1998). Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO ή ΠΟΥ)
διαπίστωσε επίσης ότι το Cr(VI)
είναι καρκινογόνο για τον άνθρωπο (ATSDR 2008). Ορισμένες μελέτες
χρόνιας εισπνοής δείχνουν ότι το
Cr(VI) είναι καρκινογόνο και για τα ζώα. Αντίθετα δεν υπάρχουν
στοιχεία που να δείχνουν ότι το Cr(III) μπορεί να προκαλέσει καρκίνο σε ζώα ή
ανθρώπους (ATSDR 2008). Μηχανισμός της
οφειλόμενης σε Cr(VI) καρκινογένεσης Οι μηχανισμοί
της
καρκινογένεσης που προκαλείται από Cr(VI) δεν έχουν πλήρως
αναλυθεί ως σήμερα. Η τοξικότητα του χρωμίου εντός του κυττάρου πιθανότατα
οφείλεται σε βλάβη κυτταρικών στοιχείων από ελεύθερες ρίζες που
απελευθερώνονται κατά τη διάρκεια της αναγωγής του εξασθενούς σε τρισθενές
χρώμιο. Η διαδικασία
αυτή προκαλεί και βλάβη του DNA (ATSDR 2008). Εκτός των
παραπάνω πρόσφατες μελέτες αποδεικνύουν ότι μη
οξειδωτικοί μηχανισμοί
(ανεξάρτητοι από τη διαδικασία παραγωγής ελευθέρων ριζών) παίζουν σημαντικό
ρόλο
στην καρκινογένεση από εξασθενές χρώμιο. (Zhitkovich et al 2001).
Εργαστηριακός έλεγχος Ως πλέον αξιόπιστη μέθοδος
καθορισμού της κατάστασης του οργανισμού όσον αφορά στο χρώμιο (έλλειψη,
κανονικά ή τοξικά επίπεδα) θεωρείται ο
προσδιορισμός του στο αίμα ή στα ούρα. Η ανάλυση των
μαλλιών ή των νυχιών έχει ελάχιστη χρησιμότητα στην αξιολόγηση ενός
συγκεκριμένου ασθενούς επειδή είναι αδύνατο να γίνει διάκριση του δεσμευμένου
χρωμίου στα μαλλιά κατά τη διάρκεια της πρωτεϊνικής σύνθεσης από το χρώμιο που
εναποτέθηκε στα μαλλιά από σκόνη, νερό ή την
ατμόσφαιρα (ATSDR
2008). Κατά τη λήψη βιολογικών δειγμάτων για ανάλυση χρωμίου,
πρέπει να ληφθεί μέριμνα για την αποφυγή της μόλυνσης του δείγματος από
εξωτερικές πηγές και της απώλειας χρωμίου κατά τη συλλογή, τη
μεταφορά και την αποθήκευση. Για το σκοπό
αυτό χρησιμοποιούνται οι συνήθεις τεχνικές
λήψης και μεταφοράς δειγμάτων για προσδιορισμό ιχνοστοιχείων. Επίπεδα χρωμίου ολικού αίματος ή
ορού: Υπάρχουν αρκετές μέθοδοι για τον προσδιορισμό χρωμίου σε
διάφορα βιολογικά
υλικά. Η μέτρηση σε σπεκτροφωτόμετρο ατομικής
απορρόφησης είναι γενικά καλή μέθοδος. Η υγρή χρωματογραφία ανταλλαγής ανιόντων
υψηλής απόδοσης έχει επίσης χρησιμοποιηθεί (ATSDR
2008). Το χρώμιο κατανέμεται
ομοιόμορφα μεταξύ του πλάσματος και των ερυθροκυττάρων. Εφόσον δεν
υπάρχει επαγγελματική έκθεση η συγκέντρωση
χρωμίου σε ολικό αίμα κυμαίνεται από 0,2 μg/L
έως 0,3 μg/L. Χαμηλότερα επίπεδα εμφανίζονται στις αγροτικές
περιοχές, ενώ υψηλότερα επίπεδα παρατηρούνται σε μεγάλα αστικά κέντρα (ATSDR
2008). Τιμές
μικρότερες από 0,15 μg/L στον ορό σημαίνουν σοβαρή έλλειψη
χρωμίου (Offenbacher et al 1986). Είναι γνωστό ότι το Cr(VI)
εισέρχεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια, ενώ το Cr(III)
δεν έχει
αυτή την ιδιότητα. Ή διαφορά αυτή μπορεί να
χρησιμοποιηθεί προκειμένου να γίνει διάκριση σε
περιπτώσεις ελέγχου πιθανής τοξικότητας.
Προσδιορίζοντας τις τιμές χρωμίου σε
ορό και σε ολικό αίμα μπορεί να γίνει διάκριση της
επικίνδυνης έκθεσης σε Cr(VI) από την ουσιαστικά καλοήθη έκθεση σε Cr(III) (ATSDR
2008). Επίπεδα χρωμίου ούρων: Η απέκκριση του χρωμίου στα ούρα αντικατοπτρίζει την
απορρόφηση μόνο τις προηγούμενες 1 ή 2 ημέρες. Εάν δεν υπάρχει
πηγή υπερβολικής έκθεσης, οι τιμές χρωμίου ούρων είναι τυπικά
μικρότερες από 10 μg/L για 24ωρη περίοδο (ATSDR
2008).
Summary
Chromium exists in two common
stable valence states: chromium trivalent and hexavalent. Cr(III) is an essential dietary nutrient. Its
deficiency in the body has been associated with diabetes, infertility, and cardiovascular
disease. Cr(VI) is
carcinogenic. The concentration of this
trace element
Βιβλιογραφία ATSDR Agency for Toxic Substances and Disease Registry Chromium
Toxicity 2008, 1-67 (Available online at https://www.atsdr.cdc.gov/csem/chromium/docs/chromium.pdf) Brown RO et al. Chromium defociency after long-term parenteral
nutrition. Digestive
diseases and sciences
1986, 31:661-664. Davis CM, Vincent JB. Chromium oligopeptide activates insulin receptor
tyrosine kinase activity. Biochemistry 1997;36(15):4382-4385 De Mattia, G., M. C. Bravi, et al. Impairment of
cell and plasma redox state in subjects professionally exposed to chromium. American Journal
of Industrial Medicine , 2004, 46(2): 120-125. Kleefstra N, Bilo HJG, Bakker SJL, Houweling ST.
Chroom en insulineresistentie. Ned Tijdschr
Geneesk 2004;148(5):217-220 Machle W, Gregorius F. Cancer of
the respiratory system in the United States chromate-producing industry. Public Health
Rep 1948, 63: 114-127. Mertz W et al Present knowledge of the role of
chromium. Federation proceedings
1974, 33:2275-2280. Offenbacher EG et al. Rapid enzymatic pretreatment of samples
before determining chromium in serum and plasma. Clinical
Chemistry, 1986,
32:1383-1386. Sun Y, Ramirez J, Woski SA, Vincent JB. The binding of trivalent chromium to
low-molecular-weight chromium-binding substance (LMWCr) and the transfer of
chromium from transferrin and chromium picolinate to LMWCr. J Biol Inorg
Chem 2000;5(1):129-136 World Health Organization Trace elements in human
nutrition and health. WHO, Geneva, 1996,
155-160. Zhitkovich A., Song Y et al. Non-oxidative
mechanisms are responsible for the induction of mutagenesis by reduction of
Cr(VI) with cysteine: role of ternary DNA adducts in Cr(III)-dependent mutagenesis.
Biochemistry
2001,
40(2): 549-560.
|
||
Προειδοποίηση
Το
περιεχόμενο του IDEA MEDICAL NEWSLETTER είναι επιστημονικό και
απευθύνεται σε γιατρούς και λοιπούς επαγγελματίες υγείας. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να
χρησιμοποιηθεί από πρόσωπα που δεν έχουν τα προσόντα νόμιμης άσκησης του
ιατρικού επαγγέλματος για οποιαδήποτε θεραπευτική ή διαγνωστική εφαρμογή. |